ταρσός

ταρσός
ο анат.
1) предплюсна; 2) хрящ глазного века

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "ταρσός" в других словарях:

  • Ταρσός — frame of wicker work masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταρσός — frame of wicker work masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταρσός — I Πόλη της Τουρκίας στον νομό Ιτσέλ (Αδάνων) (160.150 κάτ.). Είναι χτισμένη ανάμεσα στα Άδανα και στη Μερσίνα και αποτελεί σημαντικό κέντρο οικονομικής δραστηριότητας. Η πόλη αυτή είναι αρχαιότατη και, σύμφωνα με την παράδοση, ιδρύθηκε από τους… …   Dictionary of Greek

  • ταρσός — ο το πίσω μέρος της πατούσας του ποδιού …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Άνω Ταρσός — Ορεινός οικισμός (υψόμ. 1.050 μ., 11 κάτ.) του νομού Κορινθίας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Φενεού …   Dictionary of Greek

  • Κάτω Ταρσός — Ορεινός οικισμός (υψόμ. 1.040 μ., 20 κάτ.) του νομού Κορινθίας. Βρίσκεται στο δυτικό τμήμα του νομού, 100 χλμ. Δ της πόλης της Κορίνθου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Φενεού …   Dictionary of Greek

  • ταρροί — ταρσός frame of wicker work masc nom/voc pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταρροῦ — ταρσός frame of wicker work masc gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταρρῷ — ταρσός frame of wicker work masc dat sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταρρόν — ταρσός frame of wicker work masc acc sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταρρός — ταρσός frame of wicker work masc nom sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»